Πλαίσιο Αφερεγγυότητας
Ο περί Πτώχευσης (Τροποποιητικός) Νόμος του 2015 (Ν. 61(Ι)/2015)

 

Στις 07/05/2015 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ο περί Πτώχευσης (Τροποποιητικός) Νόμος του 2015 (Ν. 61(Ι)/2015) (στο εξής: «τροποιητικός νόμος») με στόχο τον εκσυγχρονισμό της διαδικασίας πτώχευσης των φυσικών προσώπων καθώς και την προστασία αλλά και την εξισορρόπηση των δικαιωμάτων των εγγυητών, του πτωχεύσαντα και των πιστωτών. Οι βασικότερες διατάξεις του εν λόγω τροποποιητικού νόμου αναφέρονται κατωτέρω.
Πράξη πτώχευσης
Με τον τροποποιητικό νόμο ορίζεται ως πράξη πτώχευσης και το γεγονός ότι Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής απέτυχε ή τερματίστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου. Ο περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμος θεσπίστηκε και αυτός εντός του πλαισίου αφερεγγυότητας και δημοσιεύθηκε στις 07/05/2015 στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.
Κατάργηση δικαιοδοσίας έκδοσης διατάγματος παραλαβής
Μία καινοτομία που εισάγει ο τροποποιητικός νόμος στη διαδικασία πτώχευσης φυσικών προσώπων είναι ότι πλέον καταργείται η δικαιοδοσία έκδοσης διατάγματος παραλαβής. Αντίθετα τώρα, σε περίπτωση που ο χρεώστης διαπράξει πράξη πτώχευσης το Δικαστήριο δύναται, κατόπιν υποβολής αίτησης πτώχευσης είτε από τον πιστωτή είτε από το χρεώστη, να κηρύξει τον χρεώστη σε πτώχευση με την έκδοση διατάγματος πτώχευσης. Με την έκδοση του εν λόγω διατάγματος, η περιουσία του πτωχεύσαντα περιέρχεται στον διαχειριστή και διανέμεται μεταξύ των πιστωτών.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο τροποποιητικός νόμος ορίζει ξεκάθαρα ότι για να εκδοθεί διάταγμα πτώχευσης μετά από αίτηση του χρεώστη, θα πρέπει η αίτηση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του χρεώστη ότι, πριν από την υποβολή της αίτησης, έχει καταβάλει εύλογες προσπάθειες για συμβιβασμό με τους πιστωτές του, με την υποβολή σ' αυτούς Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου.
Περαιτέρω, για την έκδοση διατάγματος πτώχευσης απαιτείται πλέον η προσκόμιση, είτε από πιστωτή είτε από τον χρεώστη, πιστοποιητικού ότι δεν υποβλήθηκε αίτηση ή δεν βρίσκεται σε ισχύ Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής ή προστατευτικό διάταγμα σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου.
Περαιτέρω, με τον τροποποιητικό νόμο προβλέπεται η δυνατότητα του Δικαστηρίου να αναστείλει τη διαδικασία έκδοσης διατάγματος πτώχευσης για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους 3 μήνες, σε περίπτωση που ο χρεώστης αποδεικνύει ότι έχει ήδη υποβάλει αίτηση για Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής. Συνάμα, το Δικαστήριο μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία αίτησης από πιστωτή για έκδοση διατάγματος κήρυξης σε πτώχευση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους 3 μήνες, σε περίπτωση που ο χρεώστης αποδείξει ότι είναι σε θέση να υποβάλει Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής.
Τέλος, ο τροποποιητικός νόμος προνοεί ότι δεν υπάρχει η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος πτώχευσης με αναστολή εκτέλεσής του.
Όροι για την υποβολή αίτησης πτώχευσης
Με τον τροποποιητικό νόμο ορίζεται ξεκάθαρα ότι για να δύναται πιστωτής να υποβάλει αίτηση πτώχευσης θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να καταβάλει στον Επίσημο Παραλήπτη τέλος ύψους €500,00, ενώ η πράξη πτώχευσης στην οποία στηρίζεται η πτώχευση να συνέβηκε μέσα σε 6 μήνες πριν από την υποβολή της αίτησης. Πριν από την τροποποίηση του νόμου, ο εν λόγω χρόνος ανερχόταν σε 3 μήνες.
Όροι για την υποβολή αίτησης αυτοπτώχευσης
Σύμφωνα με τον τροποποιητικό νόμο, ο χρεώστης δεν δύναται πλέον να υποβάλει αίτηση πτώχευσης εκτός εάν το συνολικό ποσό των χρεών του υπερβαίνει το ποσό των €15.000. Προηγουμένως, το ποσό αυτό ανερχόταν στις €50.000.
Περαιτέρω, ο χρεώστης ο οποίος υποβάλλει αίτηση, θα πρέπει στην αίτησή του να υποβάλλει την Έκθεση Καταστάσεως της περιουσίας του, ενώ θα πρέπει, επίσης, να καταβάλει στον Επίσημο Παραλήπτη τέλος ύψους €500,00.
Αποτέλεσμα διατάγματος πτώχευσης
Σύμφωνα με τον τροποποιητικό νόμο, μετά την έκδοση του διατάγματος κήρυξης του χρεώστη σε πτώχευση, ο πτωχεύσας δύναται να προβάλει υπεράσπιση ή οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νόμιμη διαδικασία, μετά από σχετική εξουσιοδότηση του Επίσημου Παραλήπτη ή του διαχειριστή.
Ωστόσο, αγωγή ή άλλη νόμιμη διαδικασία η οποία αφορά χρέη τα οποία δεν δύναται να επαληθευτούν σε πτώχευση, καταχωρείται εναντίον του πτωχεύσαντα προσωπικά και μετά την έκδοση του διατάγματος πτώχευσης. Ενώ, οποιοδήποτε πρόστιμο που επιβλήθηκε στον πτωχεύσαντα είτε πριν είτε μετά την έκδοση του διατάγματος πτώχευσης, δεν δύναται να επαληθευτεί εναντίον της πτωχευτικής περιουσίας και είναι πληρωτέο προσωπικώς από τον πτωχεύσαντα.
Επιπρόσθετα, μετά την έκδοση του διατάγματος πτώχευσης, ο πτωχεύσας δύναται να εγείρει οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νόμιμη διαδικασία, κατόπιν εξουσιοδότησης του Επίσημου Παραλήπτη ή του διαχειριστή και άδειας του Δικαστηρίου υπό τους όρους του οποίους δυνατό να επιβάλει το Δικαστήριο συμπεριλαμβανομένου και όρου για ασφάλεια εξόδων. Η δε περιουσία που ανακτάται, αποδίδεται στον Επίσημο Παραλήπτη ή στον διαχειριστή.
Όσο αφορά αγωγή ή άλλη νόμιμη διαδικασία ή οποία άρχισε από τον πτωχεύσαντα πριν την έκδοση διατάγματος πτώχευσης, αυτή συνεχίζεται χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άδεια του Δικαστηρίου ή τροποποίηση του τίτλου της αγωγής ή της άλλης νόμιμης διαδικασίας εφόσον εξασφαλιστεί γραπτή συγκατάθεση του Επίσημου παραλήπτη ή του διαχειριστή.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η πτωχευτική διαδικασία δεν θα επιβαρύνεται με οποιαδήποτε έξοδα τυχόν προκύψουν από τις ανωτέρω νομικές διαδικασίες, τα οποία βαρύνουν αποκλειστικά τον ίδιο τον πτωχεύσαντα.
Πρώτη και άλλες συνελεύσεις πιστωτών
Σύμφωνα με τον τροποποιητικό νόμο, μετά την έκδοση διατάγματος πτώχευσης εναντίον χρεώστη, σε περίπτωση που υπάρχει απαίτηση από τον αιτητή – πιστωτή ή από άλλο πιστωτή ή όπου κρίνει σκόπιμο ο Επίσημος Παραλήπτης θα συγκαλείται γενική συνέλευση των πιστωτών («η Πρώτη Συνέλευση των Πιστωτών») με σκοπό να εξεταστεί κατά πόσο δύναται να γίνει αποδεκτή πρόταση συμβιβασμού ή σχέδιο διευθέτησης ή και γενικά για τον τρόπο μεταχείρισης της περιουσίας του χρεώστη.
Διορισμός διαχειριστή περιουσίας του πτωχεύσαντα
Το άρθρο 20 του βασικού νόμου πριν από την τροποποίηση προνοούσε, μεταξύ άλλων, ότι όταν ο χρεώστης κηρύσσεται σε πτώχευση ή όταν οι πιστωτές του αποφάσισαν ότι αυτός πρέπει να κηρυχθεί σε πτώχευση, οι πιστωτές δύνανται να διορίσουν ικανό πρόσωπο για πλήρωση της θέσης του διαχειριστή της περιουσίας του πτωχεύσαντα ή δύναται να αποφασίσουν όπως ο διορισμός διαχειριστή αφεθεί σε εποπτική επιτροπή.
Με τον τροποποιητικό νόμο αντικαθίσταται το εν λόγω άρθρο και πλέον ορίζεται ότι με την έκδοση διατάγματος πτώχευσης, ο Επίσημος Παραλήπτης διορίζεται ως διαχειριστής της περιουσίας του πτωχεύσαντα, ενώ οι πιστωτές δύναται να διορίσουν ιδιώτη διαχειριστή πτώχευσης από κατάλογο αδειοδοτημένων επαγγελματιών στον οποίο κατάλογο, δικαίωμα για εγγραφή έχουν όσοι έχουν αδειοδοτηθεί σύμφωνα με τον περί Συμβούλων Αφερεγγυότητας Νόμο.
Αποκατάσταση Πτωχεύσαντα
Όσο αφορά τη διαδικασία αποκατάστασης πτωχεύσαντα, με τον τροποποιητικό νόμο προνοείται ότι καμία αίτηση για αποκατάσταση πτωχεύσαντα δεν γίνεται αποδεκτή σε περίπτωση που κατά το χρόνο κήρυξης πτώχευσης ο πτωχεύσας πληρούσε τις προϋποθέσεις για να υποβάλει Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου.
Αυτοδίκαιη Αποκατάσταση Πτωχεύσαντα
Ο τροποποιητικός νόμος επιφέρει σημαντικές αλλαγές αναφορικά με την αυτοδίκαιη αποκατάσταση του πτωχεύσαντα. Ειδικότερα, με τον τροποποιητικό νόμο ορίζεται ξεκάθαρα ότι ο πτωχεύσας αποκαθίσταται αυτοδικαίως κατά την ημερομηνία συμπλήρωσης 3 ετών από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος πτώχευσης.
Όπως ορίζεται από τον τροποποιητικό νόμο, η υποβολή από τον πτωχεύσαντα της Έκθεσης Καταστάσεως της περιουσίας του καθώς και της προκαταρκτικής του κατάθεσης στο Επίσημο Παραλήπτη ή τον διαχειριστή τουλάχιστο ένα έτος πριν την αυτοδίκαιη αποκατάσταση, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την αυτοδίκαιη αποκατάσταση του πτωχεύσαντα
Αναφορικά με τα διατάγματα τα οποία εκδόθηκαν προηγουμένως, ο τροποποιητικός νόμος αναφέρει ότι εάν το σχετικό διάταγμα πτώχευσης έχει εκδοθεί 3 έτη πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του τροποποιητικού νόμου και το διάταγμα αυτό συνεχίζει να ισχύει κατά την εν λόγω ημερομηνία, ο πτωχεύσας αποκαθίσταται αυτοδικαίως μετά την πάροδο 6 μηνών από την πιο πάνω ημερομηνία.
Σε περίπτωση δε που το σχετικό διάταγμα πτώχευσης είχε εκδοθεί σε διάστημα μικρότερο από 3 έτη πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του τροποποιητικού νόμου και το διάταγμα αυτό συνεχίζει να ισχύει, ο πτωχεύσας αποκαθίσταται αυτοδικαίως μετά την πάροδο 3 ετών και 6 μηνών από την ημερομηνία του διατάγματος παραλαβής.
Περαιτέρω, σε περίπτωση αποκατάστασης πτωχεύσαντα, το μη διανεμηθέν μέρος της πτωχευτικής περιουσίας παραμένει στον Επίσημο Παραλήπτη ή διαχειριστή, προς όφελος των πιστωτών ή των εγγυητών οι οποίοι καθίστανται μη εξασφαλισμένοι πιστωτές.
Αξίζει να σημειωθεί ότι στον τροποποιητικό νόμο ορίζεται ότι η αυτοδίκαιη αποκατάσταση του πτωχεύσαντα επιφέρει πλήρη απαλλαγή του εν λόγω προσώπου από όλα τα επαληθεύσιμα χρέη, νοουμένου ότι το πρόσωπο αυτό ενεργεί με καλή πίστη και συνεργάζεται πλήρως, είτε με τον Επίσημο Παραλήπτη είτε με τον διαχειριστή, για την εκποίηση και διανομή της πτωχευτικής περιουσίας.
Επιπρόσθετα, στον τροποποιητικό νόμο γίνεται ρητή αναφορά στα χρέη από τα οποία η αυτοδίκαιη αποκατάσταση δεν απαλλάσσει τον πτωχεύσαντα. Τέτοια είναι, μεταξύ άλλων, φόρος ή τέλος οφειλόμενο στη Δημοκρατία ή οποιαδήποτε χρηματοοικονομική υποχρέωση του πτωχεύσαντα που πηγάζει από διάταγμα διατροφής.
Τέλος, ορίζεται ότι περιουσία η οποία προέκυψε κατά τη διάρκεια της πτώχευσης, ασχέτως αν περιήλθε στον πτωχεύσαντα ακόμα και μετά την αποκατάστασή του, εμπίπτει στην πτωχευτική περιουσία.
Ένσταση στην αυτοδίκαιη αποκατάσταση πτωχεύσαντα και αίτηση ακύρωσης τέτοιας αποκατάστασης
Με τον τροποποιητικό νόμο δίνεται στον Επίσημο Παραλήπτη ή στον διαχειριστή ή σε σύνδικο ή σε οποιοδήποτε πιστωτή η δυνατότητα να υποβάλει, πριν από την αυτοδίκαιη αποκατάσταση του πτωχεύσαντα, αίτηση με την οποία να φέρει ένσταση στην αποκατάσταση. Αυτό για παράδειγμα μπορεί να γίνει όταν ο αιτητής ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ο πτωχεύσας δεν συνεργάστηκε με τον Επίσημο Παραλήπτη ή τον διαχειριστή για την εκποίηση των περιουσιακών του στοιχείων ή όταν εκκρεμεί εναντίον του πτωχεύσαντα νομική διαδικασία που αφορά δόλια μεταβίβαση.
Το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μια τέτοια αίτηση και να διατάξει παράταση του χρόνου αποκατάστασης του πτωχεύσαντα για χρονική περίοδο όχι πέραν των 8 ετών από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος πτώχευσης ή να απορρίψει την αίτηση.
Εξουσία Δικαστηρίου να ακυρώσει διάταγμα κήρυξης πτώχευσης σε ορισμένες περιπτώσεις
Σύμφωνα με τον τροποποιητικό νόμο, σε περίπτωση που, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, ο χρεώστης δεν έπρεπε να είχε κηρυχθεί σε πτώχευση ή αν αποδειχθεί ότι τα χρέη του πτωχεύσαντα πληρώθηκαν εξ ολοκλήρου ή έχουν διευθετηθεί, ή οι πιστωτές έχουν συγκατατεθεί στην ακύρωση του Διατάγματος, το Δικαστήριο μετά από αίτηση οποιουδήποτε ενδιαφερομένου, δύναται με διάταγμα να ακυρώσει την κήρυξη του χρεώστη σε πτώχευση.
Ωστόσο, όπως ορίζεται από τον τροποποιητικό νόμο, σε περίπτωση ακύρωσης της πτώχευσης, όλες οι πωλήσεις και διαθέσεις περιουσίας καθώς και όλες οι πληρωμές που έγιναν δεόντως είναι έγκυρες. Ωστόσο, η περιουσία του χρεώστη που κηρύχθηκε σε πτώχευση θα περιέρχεται σε πρόσωπο που ορίζει το Δικαστήριο ή θα επιστρέφεται στον πτωχεύσαντα υπό όρους και προϋποθέσεις που το Δικαστήριο δυνατόν να ορίσει.
Διατάξεις σχετικά με την εκτίμηση περιουσίας που υπόκειται σε εξασφάλιση
Με τον τροποιητικό νόμο εισάγονται νέες διατάξεις οι οποίες ρυθμίζουν τον τρόπο εκτίμησης περιουσίας που υπόκειται σε εξασφάλιση.
Όπως ορίζεται στον εν λόγω νόμο, η αξία της περιουσίας που υπόκειται σε εξασφάλιση σημαίνει το ποσό το οποίο η περιουσία θα μπορούσε να αναμένεται ότι θα αποφέρει εάν διατίθετο στην ελεύθερη αγορά από πωλητή που ενεργεί εκούσια, σε αγοραστή που ενεργεί εκούσια, λαμβάνοντας υπόψη ότι η περιουσία διατίθεται κατά τη διαδικασία πτώχευσης.
Όσο αφορά τώρα τη διαδικασία εκτίμησης, στο τροποποιητικό νόμο, προνοείται ότι εξασφαλισμένος πιστωτής, εντός 10 ημερών από την ημερομηνία δημοσίευσης του διατάγματος πτώχευσης, υποβάλλει στον Επίσημο Παραλήπτη ή στον διαχειριστή, και όπου εφαρμόζεται σε εγγυητή, προκαταρκτική εκτίμηση της αξίας της περιουσίας που υπόκειται σε εξασφάλιση.
Στη συνέχεια και το αργότερο εντός 10 ημερών από την υποβολή της εν λόγω εκτίμησης, ο Επίσημος Παραλήπτης, ο διαχειριστής ή ο εγγυητής είτε συμφωνούν μεταξύ τους και με τον πιστωτή ως προς την αξία την εν λόγω περιουσίας, οπόταν η εκτίμηση είναι δεσμευτική για όλους, ή διορίζουν ανεξάρτητο εκτιμητή ή αποτείνονται στην Υπηρεσία Αφερεγγυότητας για να διορίσει εκείνη ανεξάρτητο εκτιμητή.
Σε περίπτωση διορισμού ανεξάρτητου εκτιμητή, θα πρέπει εντός 10 ημερών από το διορισμό του να καθορίσει την αξία της περιουσίας που υπόκειται σε εξασφάλιση και η εκτίμηση αυτή θα είναι δεσμευτική για όλους.
Διατάξεις αναφορικά με την μεταχείριση εγγυητών στο πλαίσιο διαδικασίας πτώχευσης
Οι διατάξεις που εισάγονται με τον τροποιητικό νόμο σε σχέση με τη μεταχείριση εγγυητών αφορούν εγγυήσεις που έδωσε κάποιος εγγυητής για επαληθεύσιμα χρέη πτωχεύσαντα.
Έτσι ο τροποποιητικό νόμος ορίζει ξεκάθαρα ότι σε περίπτωση που ο πιστωτής δεν υποβάλει την επαλήθευση εντός καθορισμένης προθεσμίας (ήτοι εντός 35 ημερών από τη δημοσίευση του διατάγματος πτώχευσης με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας), δεν δικαιούται να λάβει δικαστικά ή νομικά ή άλλα μέτρα εναντίον του εγγυητή σε σχέση με την εγγύηση.
Περαιτέρω, με τον τροποποιητικό νόμο ορίζεται ότι σε περίπτωση που η αξία της περιουσίας η οποία υπόκειται σε εξασφάλιση ισούται ή ξεπερνά την αξία του οφειλόμενου χρέους, ο εξασφαλισμένος πιστωτής δε δύναται να λάβει δικαστικά ή νομικά ή άλλα μέτρα εναντίον του εγγυητή σε σχέση με εγγύηση.
Από την άλλη, σε περίπτωση που η αξία της περιουσίας η οποία υπόκειται σε εξασφάλιση είναι χαμηλότερη της αξίας του οφειλόμενου χρέους, ο εξασφαλισμένος πιστωτής δεν δύναται να λάβει δικαστικά ή νομικά ή άλλα μέτρα εναντίον του εγγυητή σε σχέση με την εγγύηση για ποσό μεγαλύτερο από το ποσό της διαφοράς μεταξύ της αξίας της περιουσίας η οποία υπόκειται σε εξασφάλιση και του ποσού του οφειλόμενου χρέους.
Τέλος, ο τροποποιητικός νόμος προνοεί ότι το σύνολο οποιωνδήποτε εφάπαξ ποσών και της καθαρής αξίας σειράς πληρωμών που καταβάλλονται από εγγυητή όπως επίσης και τυχόν πληρωμών που καταβάλλονται για μη εξασφαλισμένα χρέη προς συγκεκριμένο πιστωτή κατά τη διαδικασία πτώχευσης, δεν δύναται να ξεπερνά το ποσό της διαφοράς μεταξύ της αξίας της περιουσίας η οποία υπόκειται σε εξασφάλιση και του ποσού του οφειλόμενου χρέους ή το συνολικό χρέος στην επαλήθευση εάν πρόκειται για μη εξασφαλισμένο πιστωτή.