14 Ιανουαρίου 2021

Δικαίωμα επικοινωνίας μη διαμένοντος με το παιδί γονέα

Το άρθρο 17 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 προνοεί, ότι «ο γονέας, με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με αυτό. Σε περίπτωση διαφωνίας όσον αφορά την άσκηση του δικαιώματος προσωπικής επικοινωνίας, αποφασίζει το Δικαστήριο. Στην απόφασή του το Δικαστήριο λαμβάνει υπ’ όψιν και εφαρμόζει κατ’ αναλογία τις πρόνοιες του άρθρου 6». Σύμφωνα με το άρθρο 6, «κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου. Στο συμφέρον του τέκνου πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του Δικαστηρίου, όταν, κατά τις διατάξεις του νόμου, το Δικαστήριο αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο της άσκησής της. Η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει, επίσης, να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις με βάση το φύλο, την γλώσσα, την θρησκεία, τις πεποιθήσεις, την ιθαγένεια, την εθνική ή κοινωνική προέλευση ή την περιουσία. Ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου και στον βαθμό, που μπορεί ν’ αντιληφθεί, πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετικά με την γονική μέριμνα, εφόσον η απόφαση αφορά τα συμφέροντά του».

Το συμφέρον του παιδιού

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγονται ως θεμελιώδεις αρχές, που διέπουν το Δίκαιο της Γονικής Μέριμνας η αρχή της ισότητας των γονέων, που είναι επιφορτισμένοι με την άσκηση της γονικής μέριμνας του ανήλικου τέκνου και η αρχή της προστασίας του συμφέροντος του παιδιού, η οποία αποτελεί την κατεξοχήν έκφραση της παιδοκεντρικής αντίληψης του σύγχρονου νομοθέτη. Στο συμφέρον του παιδιού πρέπει να αποβλέπουν τόσο οι σχετικές με την άσκηση της γονικής μέριμνας αποφάσεις των γονέων (κοινές ή μονομερείς), όσο και οι ρυθμίζουσες είτε την ανάθεση ή αφαίρεση της άσκησης είτε τον τρόπο άσκησης της γονικής μέριμνας είτε το δικαίωμα επικοινωνίας του μη διαμένοντος με το παιδί δικαστικές αποφάσεις. Ως συμφέρον του παιδιού νοείται το σωματικό, υλικό, πνευματικό, ψυχικό, ηθικό και, γενικότερα, το κάθε είδους συμφέρον. Πρόκειται, ως είναι φανερό για μία αόριστη νομική έννοια, που απόκειται στο δικαστή του Οικογενειακού Δικαστηρίου να εξειδικεύσει, ανάλογα με τις περιστάσεις της κάθε περίπτωσης. Στην εξειδίκευση της έννοιας του συμφέροντος του παιδιού, το Δικαστήριο θα λάβει υπ’ όψιν του την γνώμη του παιδιού (νοουμένου, ότι πρόκειται για ώριμο παιδί), τους δεσμούς του παιδιού με τους γονείς του και τυχόν αδέλφια του, τυχόν συμφωνίες των γονέων, καθώς και τις ικανότητες και προσωπικές κλίσεις του παιδιού και τον παράγοντα της ενίσχυσης της προσωπικότητάς του. Άλλα κριτήρια, τα οποία λαμβάνονται υπ’ όψιν για την εξειδίκευση της έννοιας αυτής είναι, μεταξύ άλλων, η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξής του και οι δεσμοί του με τρίτα πρόσωπα (όχι κατ’ ανάγκη με συγγενείς) ή πράγματα. Στον αντίποδα, δεν είναι αναγκαστικά κρίσιμα για την εξειδίκευση του συμφέροντος του παιδιού η ηλικία ή το φύλο του, όπως άλλωστε ούτε και η ηλικία ή το φύλο του γονέα. Διάκριση δεν πρέπει, ομοίως, να γίνεται ούτε με βάση την φυλή, την γλώσσα, την θρησκεία, τις πολιτικές ή άλλες πεποιθήσεις, την ιθαγένεια, την εθνική ή κοινωνική προέλευση ή την περιουσία των γονέων. Τα κριτήρια αυτά δεν αποτελούν κατ’ ανάγκη κρίσιμους παράγοντες για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του παιδιού αυτοτελώς, παρά μόνο σε συνάρτηση με την επίδραση, που δυνατό να έχουν στο παιδί, υπό ορισμένες συνθήκες. Άλλα κριτήρια, που δεν πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψιν αυτοτελώς, παρά μόνο σε συνάρτηση με τυχόν επίδρασή τους στο παιδί, αποτελούν οι προσωπικές ιδιότητες των γονέων, η ιδιωτική τους ζωή, η τυχόν υπαιτιότητα του ενός ως προς το διαζύγιο ή την διακοπή της συμβίωσης με τον άλλο. Περαιτέρω, ο χρόνος, που διαθέτει ο κάθε γονέας για το παιδί του είναι στοιχείο κρίσιμο, όχι ως ποσότητα, αλλά μόνο σε συνδυασμό με την ποιότητα της επαφής, που μπορεί να προσφέρεται κατά την διάρκειά του στο παιδί. Από τα προαναφερόμενα κριτήρια βαρύνουσας σημασίας είναι η γνώμη του παιδιού, ενώ, ανάλογα με τις περιστάσεις, επιβάλλεται να εξετάζονται και τα συμφέροντα των γονέων, στο μέτρο, που επηρεάζουν έμμεσα και το συμφέρον του ίδιου του παιδιού.

Σκοπός του δικαιώματος επικοινωνίας και υποχρεώσεις γονέων

Ειδικά για το δικαίωμα επικοινωνίας, σημασία για την διάταξη του άρθρου 17 του προαναφερόμενου Νόμου, έχει μόνο, ότι ο γονέας δεν διαμένει με το παιδί. Συνεπώς, ακόμη κι αν η γονική μέριμνα ή η επιμέλεια ασκείται από κοινού, ο γονέας, με τον οποίο δεν διαμένει το παιδί, έχει δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας με αυτό. Κύριος σκοπός του δικαιώματος επικοινωνίας είναι η ικανοποίηση του αισθήματος αγάπης μεταξύ του γονέα και του παιδιού και η αποφυγή της αποξένωσής τους. Περαιτέρω, με το δικαίωμα επικοινωνίας μπορεί ο γονέας, που έχει αυτό το δικαίωμα (δικαιούχος γονέας), να ελέγξει τον γονέα με τον οποίο διαμένει το παιδί (υπόχρεος γονέας). Ο υπόχρεος γονέας οφείλει να μην παρεμποδίζει την επικοινωνία του παιδιού με τον δικαιούχο γονέα. Ο δικαιούχος γονέας, από την άλλη, οφείλει τις ώρες, που βρίσκεται με το παιδί, να μην διαταράζει την σχέση του παιδιού με τον υπόχρεο γονέα και να μην καλλιεργεί αισθήματα αντιπάθειας. Έχει λεχθεί από το Οικογενειακό Δικαστήριο σχετικά, ότι «οι γονείς οφείλουν να διαπαιδαγωγούν τα παιδιά τους με τέτοιο τρόπο, ώστε να σέβονται και να αγαπούν και τους γονείς τους και τους παππούδες τους και όλο τον κόσμο. Ψυχολογικός εξαναγκασμός ή πίεση ενός παιδιού, εκεί, που υπάρχει, με σκοπό την αποξένωσή του από τον άλλο γονέα, δεν αποτελεί απλώς αντιπαιδαγωγική συμπεριφορά, αλλά και βάναυση ενέργεια, ένα είδος κακοποίησης, την οποία κανένα Δικαστήριο, που θέλει να προστατεύσει το συμφέρον ενός ανήλικου, δεν μπορεί να ανεχθεί».

Ρύθμιση της επικοινωνίας απο το Δικαστήριο

Όταν οι γονείς δεν συμφωνούν, οι ειδικότερες λεπτομέρειες του δικαιώματος επικοινωνίας ρυθμίζονται από το Δικαστήριο, το οποίο αποφασίζει για τον χρόνο (την συχνότητα, αλλά και την χρονική διάρκεια) και για τον τόπο επικοινωνίας ή το είδος της. Όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις, η επικοινωνία μπορεί να είναι και τηλεφωνική ή γραπτή, ενώ δεν αποκλείεται το Δικαστήριο ν’ αρνηθεί ειδικά την διανυκτέρευση με τον δικαιούχο γονέα ή να επιβάλει την παρουσία τρίτων κατά την διάρκεια της επικοινωνίας. Το αποφασιστικότερο κριτήριο για την διαμόρφωση του περιεχομένου της δικαστικής κρίσης είναι το συμφέρον του παιδιού.

Άπαξ και εκδοθεί Διάταγμα του Δικαστηρίου, ρυθμίζον τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο άσκησης της επικοινωνίας του γονέα, που δεν διαμένει το τέκνο με το παιδί, οι γονείς οφείλουν να συμμορφώνονται με το περιεχόμενο του Διατάγματος, καθώς στην αντίθετη περίπτωση, δηλαδή στην περίπτωση παρακοής του Διατάγματος, ο γονέας, του οποίου τα συμφέροντα και δικαιώματα παραβιάζονται μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο εναντίον του παραβάτη γονέα για παρακοή του.

 

Το παρόν άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί νομική συμβουλή. Για περισσότερες πληροφορίες επί του θέματος και την παροχή εξειδικευμένης νομικής συμβουλής επικοινωνήστε με το δικηγορικό γραφείο Αντώνης Πασχαλίδης & Σία ΔΕΠΕ (τηλ.22661661, email: info@paschalides.com).